Επίπεδο δημόσιου πολιτικού λόγου
- Written by Νίκος Κατσουρίδης
Μονίμως αυξανόμενης ισχύος δορυφόρος των εκάστοτε εκλογών, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, αποτελεί η αποχή. Φαινόμενο το οποίο αυξάνεται ραγδαία και επικίνδυνα. Το ραγδαία, καταγράφεται από τα ποσοστά αποχής από εκλογή σε εκλογή. Επικίνδυνα, γιατί σε μια ημικατεχόμενη πατρίδα, που αγωνιά και αγωνίζεται να ξεπεράσει μια ιστορική και καταθλιπτική οικονομική κρίση και πρώτιστα να επιλύσει το Κυπριακό, για να καταστεί πραγματικά ελεύθερη και ανεξάρτητη, είναι απίστευτο το ύψος της αποχής.
Με άλλα λόγια, διεξάγουμε -κατά κυριολεξία- αγώνα επιβίωσης -οικονομικής και πολιτικής- αλλά στην πράξη αρνούμαστε να καθορίσουμε ποιοι θα ηγούνται αυτού του αγώνα. Οι λόγοι πολλοί. Αναλύσεις και εκθέσεις έχουν καταγραφεί πάμπολλες για το φαινόμενο αποχή. Εδώ σήμερα θα ασχοληθώ με μια μόνο επμέρους πτυχή του, η οποία σχετίζεται και με τα ΜΜΕ, αλλά όχι μόνο. Και εννοώ το δημόσιο λόγο των πολιτικών προσώπων.
Όπως κάθε άλλο “προϊόν”, το οποίο προωθείται προς “πώληση” στην αγορά, έτσι και ο δημόσιος λόγος των πολιτικών προσώπων, πέραν από ο,τιδήποτε άλλο χαρακτηριστικό (δεν είναι αντικείμενο μου το σύνολο αυτών των χαρακτηριστικών) πρέπει να είναι ελκυστικός. Αν δεν είναι ελκυστικός δεν θα “πωλήσει”. Δεν θα προσεκτεί. Δεν θα μετρήσει.
Η ελκυστικότητα θα προσελκύσει τον “αγοραστή” και, αν συνοδεύεται και με ένα στοχευμένο και επαρκώς αιτιολογημένο στη βάση της κοινής λογικής λόγο, τότε και θα καταγραφεί στη μνήμη του “αγοραστή”. Αν, βέβαια, δεν επισυμβούν τα πιο πάνω, τότε ο αγοραστής θα αδιαφορήσει και το προϊόν του δημόσιου λόγου του πολιτικού προσώπου θα μείνει “απούλητο”. Και σύμφωνα με τον μεγαλύτερο διανοητή της χιλιετίας -τον Κάρλ Μάρξ- προϊόν το οποίο μένει απούλητο, είναι ως να μην έχει παραχθεί.
Αυτό ακριβώς είναι που συμβαίνει τα τελευταία δέκα (10) περίπου χρόνια με το δημόσιο πολιτικό λόγο. Εκπέμπεται μεν στην αγορά της πολιτικής ζωής, αλλά παραμένει -κατά κανόνα- στα αζήτητα. Γιατί όμως; Λόγοι πολλοί. Θα παραμείνω, όμως, στον ένα τον οποίο επέλεξα να σχολιάσω.
Στην ελκυστικότητα, από την ώρα που αρχίζει κάποιος να εκφέρει δημόσιο πολιτικό λόγο θα πρέπει να ξεκινά από μια απόλυτη, κατά την άποψη μου, αρχή: Το σεβασμό της νοημοσύνης του ακροατηρίου στο οποίο απευθύνεται. Έχοντας τούτο κατά νού, πρέπει να έχει συντονισμό και συνέχεια μεταξύ λόγου, ύφους, κινήσεων, στάσης και γενικά αντιδράσεων και όταν ακόμα δεν μιλά. Η ελκυστικότητα σχετίζεται άμεσα με τόνο και το ύψος έντασης της φωνής.
Κανένας δεν θα παρακολουθήσει ένα μονότονο σε ύφος και ένταση λόγο. Θα είναι άνευρος και κατ’ επέκταση αδιάφορος. Ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα θα έχει και ένας λόγος σε μόνιμα υψηλό και έντονο τόνο. Αν, μάλιστα, υπάρχουν τακτικές εκτροπές σε πολεμικού τύπου ιαχές και ύβρεις, τότε ο θεατής/ακροατής θα αποστρέψει το πρόσωπο.
Ο λόγος πρέπει να είναι -κατά κανόνα- ήπιος και λογικός. Και στην περίπτωση όταν λέω “λογικός”, εννοώ ότι είναι ορθό να χρωματίζεται πιο έντονα, όταν η κοινή λογική το δικαιολογεί. Δεν μπορεί για παράδειγμα να σχολιάζεις μια ύβρη κατά του λαού σου και να μιλάς τόσο αχρωμάτιστα, που ως να μην συγκινείσαι.
Πέραν τούτου, η ελκυστικότητα του λόγου που εκφέρεται, επηρεάζεται και από τον αλληλοσεβασμό των συνομιλητών. Η λογική λέει ότι: κάποιος όταν δεν σέβεται το συνομιλητή του, τον συνάδελφο του, τότε γιατί να σεβαστεί τον ακροατή, τον πολίτη; Κατ’ αντιστοιχία γιατί να σεβαστεί και τον φορέα μιας τέτοιας συμπεριφοράς, ο ακροατής/θεατής;
Ο δημόσιος λόγος είναι αναγκαίο να χαρακτηρίζεται και από ένα άλλο στοιχείο, που ομολογουμένως είναι το πιο δύσκολο. Την αντικειμενικότητα και την ισοζυγισμένη τοποθέτηση απέναντι στα διάφορα υπο συζήτηση φαινόμενα. Δεν πρόκειται κανένας να παρακολουθήσει κάποιον, ο οποίος χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά, για να κρίνει όμοια φαινόμενα. Πολύ δε περισσότερο, δεν θα τον ακολουθήσει και δεν θα στηρίξει, νοερά έστω. Είναι, ως έχω πεί, το πιο δύσκολο, διότι λογικά και κατά κανόνα ο καθένας θεωρεί ορθό αυτό το οποίο ο ίδιος πιστεύει και το οποίο ο ίδιος εκπροσωπεί.
Κι’ όμως δεν είναι τα πράγματα τόσο μονόπλευρα. Υπάρχει, αποδεδειγμένα από τη φιλοσοφική, αλλά και τις θετικές επιστήμες, αυτό που αποκαλείται αντικειμενική αλήθεια. Θα δώσω ένα τέτοιο -κατά τη γνώμη μου, πάντα- παράδειγμα των τελευταίων ημερών: Την απόφαση της Βουλής για το Ενωτικό Δημοψήφισμα. Αν κάποιος ισχυριστεί ότι η διακοπή των συνομιλιών είχε ως αιτία την απόφαση της Βουλής, δεν θα πείσει. Απλούστατα γιατί όλο το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε, η στάση της τουρκικής πλευράς ήταν αρνητικότατη και προκλητική. Αν πάλι, κάποιος πει ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά θα αποχωρούσε έτσι ή αλλιώς και δεν διεδραμάτισε κανένα ρόλο η απόφαση της Βουλής, ούτε αυτός θα πείσει. Γιατί ο άνθρωπος, οι κοινωνικές ομάδες, οι τάξεις και οι λαοί, τα κράτη και οι ηγεσίες, σπάνια ενεργούν άμεσα και βίαια, χωρίς να έχουν ή να έχουν κατασκευάσει, ένα φύλλο συκής για να καλυφθούν. Ένα άλλοθι. Μια αφορμή.
Άρα η αποδεκτή από την κοινή λογική θέση, που στηρίζεται στα υπαρκτά γεγονότα είναι ότι: η απόφαση της Βουλής δεν υπήρξε η αιτία της αποχώρησης του κ. Ακκιντζί από τις συνομιλίες, αλλά η αφορμή. Θα μπορούσε να γραφτούν ακόμα κάποια στοιχεία. Λόγω χώρου, μένω ως εδώ.









