Μαργαρίτης: Όταν προδίδεις την υπόθεση της Κύπρου στη μικρή κλίμακα, τότε ανοίγεις τον δρόμο για την μεγάλη προδοσία...
- Written by eKypros
• Παρουσίαση του βιβλίου του Κύπρου Κουρτελλάρη «Η (εγ)κατάληψη της Ονίσιας - από αυτούς που τάχθηκαν να την προστατεύσουν!»
Γράφει: Γιώργος Μαργαρίτης*
Βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να παρουσιάσουμε το εξαιρετικό -θα αποκαλούσα και τολμηρό και θα εξηγήσω λίγο πάρα κάτω γιατί- βιβλίο του Κύπρου Κουρτελλάρη, «Η (εγ)κατάληψη της Ονίσιας». Το βιβλίο αναφέρεται σε παλιές εποχές, στα πρώτα δύσκολα βήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εποχές παλιές αλλά όμως, στη σημερινή συγκυρία, καθόλου αδιάφορες. Η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται σήμερα σε ένα δύσκολο, καταστροφικό σταυροδρόμι. Το 40% του εδάφους της, της εθνικής της επικράτειας κατέχεται από έναν ισχυρό εισβολέα. Η κυριαρχία της στις θάλασσές της αμφισβητείται και καταλύεται με τον πλέον βάναυσο τρόπο, με την δύναμη του ισχυρού. Η Ελλάδα, πνιγμένη στα δικά της αδιέξοδα και αντιμετωπίζοντας τις δικές της απειλές -από τον ίδιο «σύμμαχο», γείτονα, εχθρό- δηλώνει με κάθε τρόπο ότι η «Κύπρος κείται μακράν». Οι σύμμαχοι, οι εταίροι, ζυγίζουν συμφέροντα και τα συμφέροντα ευνοούν τον πιο ισχυρό. Είναι μικρή χώρα η Κύπρος, μικρή «αγορά», όπως καλύτερα το εκφράζουν στις μέρες μας.
Σε μια τέτοια συγκυρία ένα βιβλίο που επιχειρεί να πιάσει το νήμα από την αρχή, να διερευνήσει τις αιτίες που από το μακρινό χθες οδήγησαν στο ασφυκτικό και αδιέξοδο σήμερα, έχει ιδιαίτερη σημασία -πολιτική σημασία. Χρειάζεται τόλμη -πολιτική τόλμη- για να ανατρέξει κανείς στις αιτίες και να φωτίσει τις αιτίες του εκτροχιασμού, της αποτυχίας. Χωρίς όμως αυτή την τόλμη αυτά που σήμερα συμβαίνουν δείχνουν μοναχικά, αποσπασματικά και δυσερμήνευτα. Τα αδιέξοδα και οι επώδυνες εξελίξεις κτίζονται για πολύ καιρό, ριζώνουν και στοιχειώνουν την μετέπειτα ιστορία.
Για το λόγο αυτό, για να καταλάβουμε, και αυτό σημαίνει για να αποκτήσουμε τις προϋποθέσεις να σκεφτούμε πολιτικά, οφείλουμε να πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή. Από την ενδεικτική ιστορία της συνεργατικής έπαυλης της Ονίσια.
@@@
Στα δυτικά του δρόμου που οδηγεί σήμερα από την Λευκωσία στην Κυρήνεια, κάτι παραπάνω από ένα χιλιόμετρο απόσταση από αυτόν, ο περαστικός θα διακρίνει ένα μεγάλο συγκρότημα από στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Στρατόπεδο, πεδίο ασκήσεων και πλήθος ορύγματα και εκσκαφές που προδίδουν την ύπαρξη εκεί μίας μεγάλης στρατιωτικής βάσης της οποίας, το αθέατο, και μάλλον το πιο σημαντικό μέρος, βρίσκεται κάτω από τη γη. Η πρόσβαση εκεί είναι φυσικά απαγορευμένη από τις τουρκικές κατοχικές δυνάμεις που, από το 1974, έχουν εγκατασταθεί ως κατακτητές στο πολύπαθο νησί της Κύπρου. Το στρατόπεδο ανήκει σε αυτές.
Περίπου δυόμιση χιλιόμετρα από την μεγάλη αυτή στρατιωτική βάση βρίσκεται το χωριό Ντικμέν. Είναι ένα μεγάλο χωριό, σχεδόν κωμόπολη, ή, αν θέλετε ένα προάστειο της Λευκωσίας, στα πόδια του Πενταδάκτυλου. Τα πρώτα οικοδομικά συγκροτήματα της κατεχόμενης πλευράς της Λευκωσίας βρίσκονται κάτι παραπάνω από τέσσερα χιλιόμετρα στα νότια. Μια ώρα δρόμος με τα πόδια. Το χωριό δεν έχει την αίγλη -τουριστική έστω και επίπλαστη- των περιοχών που βρίσκονται στα βόρεια του Πενταδάκτυλου, εκεί που ο τουρισμός δημιουργεί μια αίσθηση απατηλού και τεχνητού. Εδώ διακρίνει κανείς ακόμα καλλιεργημένη γη και ανθρώπους που ασχολούνται με αυτήν.
Πριν από σαράντα με πενήντα χρόνια η εικόνα δεν ήταν η ίδια. Πολύ φυσικό θα μου πείτε, αναμενόμενο σε ένα νησί που έζησε σκληρές εμπειρίες, που είδε τον πολιτικό του χάρτη να μεταβάλλεται, γνώρισε πόλεμο, πολέμους μάλιστα, και εισβολή ξένων στρατευμάτων. Τα τελευταία ακόμα και σήμερα κατέχουν το 40% της έκτασης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε τελευταία ανάλυση όμως οι 580.000 κάτοικοι του 1964, σήμερα έχουν γίνει 1.200.000 μόνιμοι κάτοικοι -πάντοτε βρίσκονται σαφώς περισσότεροι άνθρωποι στο νησί- διαφορά που, από μόνη της φτάνει για να εξηγήσει σημαντικές αλλαγές. Πολλοί από τους σημερινούς Κύπριους είναι πρόσφυγες, ξεριζωμένοι από την γενέθλια γη τους, παιδιά ή εγγόνια πλέον προσφύγων. Πραγματικά πολλά πράγματα άλλαξαν από τους καιρούς που πραγματεύεται το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα.
@@@
Στα 1964 λοιπόν, το μεγαλοχώρι, το προάστειο που σήμερα λέγεται Ντικμέν, λεγόταν Δίκωμο και οι κάτοικοί του ήταν Έλληνες, σχεδόν αποκλειστικά. Είχε τότε 3.500 ως 4.000 κατοίκους. Στην δική μας περίπτωση όμως, το βιβλίο του Κύπρου Κουρτελλάρη, αναφέρεται ειδικά στο μεγάλο στρατιωτικό συγκρότημα των κατοχικών δυνάμεων στα βορειο-δυτικά του Δικώμου. Στα 1964 ο στρατιωτικός αυτός χώρος ήταν μια σύνθετη και πρωτοπόρα αγροτική μονάδα, η παραγωγική συνεργατική έπαυλη της Ονίσια.
Η Ονίσια ήταν μια αγροτική συνεργατική έπαυλη. Επρόκειτο για μια πετυχημένη αγροτο-βιομηχανική παραγωγική μονάδα με ηλικία ήδη τότε είκοσι περίπου χρόνων. Η ιστορική εξέλιξη του χώρου της έπαυλης παρουσιάζει από μόνη της σημαντικό ενδιαφέρον. Πρόκειται για τη μετεξέλιξη μιας αγροτικής εκμετάλλευσης από την παραδοσιακή οθωμανική οικονομία (ήταν ίσως τσιφλίκι του Μπεκήρ Αγά τον προ-προηγούμενο αιώνα) σε ιδιόκτητη γη - εμπορεύσιμο πάγιο κεφάλαιο (ιδιοκτησία αστού-δικηγόρου Πασχάλη Κωνσταντινίδη) και από εκεί, από το 1946, μετεξελίχθηκε σε ένα είδος κυπριακής παραλλαγής του κοινοβιακού και συνεργατικού ισραηλινού Κιμπούτζ. Το τελευταίο αποτελούσε μια παραλλαγή των ιδεών του πρύτανη του «ουτοπικού σοσιαλισμού» Όουεν, στην εποχή των αντι-εβραϊκών διωγμών και πογκρόμ. Όποια και αν ήταν η καταγωγή της, η Ονίσια, είχε χαρακτήρα συνεργατικό, συλλογική δηλαδή ιδιοκτησία και ισότιμη συμμετοχή και στην απολαβή των αγαθών και στα συνακόλουθα κέρδη και στην λήψη των αποφάσεων που αφορούσαν την έπαυλη. Για την αγροτική πραγματικότητα της Κύπρου, όπου συχνά οι αγρότες εργάζονταν σε ξένη γη, η νέα πρόταση ήταν κάτι παραπάνω από επαναστατική.
Στο οικονομικό πεδίο η νέα εκδοχή αγροτικής εκμετάλλευσης, η συνεργατική, αποδείχθηκε δυναμικά παραγωγική. Σε μια συνολική έκταση 1650 στρεμμάτων αναπτύχθηκε μια αγροτο-βιομηχανική δραστηριότητα εξαιρετικά αποδοτική ειδικά σε σύγκριση με το άμεσο ή απώτερο παρελθόν. Σε 350-400 σκάλες (470-540 στρέμματα = μία σκάλα έχει 1338 περίπου τετραγωνικά μέτρα) καλλιεργήθηκαν σιτηρά είτε για κτηνοτροφική χρήση, είτε βρώσιμα. Σε 120 σκάλες (160 στρέμματα) καλλιεργήθηκαν κηπευτικά, σε 40 σκάλες (53,5 στρέμματα) αμπέλια, σε 20 σκάλες (26 στρέμματα) ελαιώνας, σε 12 σκάλες (16 στρέμματα) λεμονιές και σε άλλες 16 σκάλες διάφορα δενδρώδη.
Η καλλιέργειες απλώθηκαν δηλαδή στο 50% της συνολικής έκτασης της έπαυλης ενώ στον υπόλοιπο χώρο, πέρα από κατοικίες και εγκαταστάσεις γεωργικού ενδιαφέροντος (αποθήκες κλπ.) αναπτύχθηκαν κτηνοτροφικές δραστηριότητες εξίσου παραγωγικές. Η εκτροφή παραγωγικών ζώων συμπλήρωνε την αγροτική παραγωγή και απορροφούσε μέρος της φυτικής παραγωγής σε μια κατεύθυνση μεγιστοποίησης της απόδοσης της καλλιεργούμενης γης.
Παράλληλα με τις γεωργικές δραστηριότητες η αναπτυξιακή δυναμική της έπαυλης εκδηλώθηκε σε βιομηχανικές δραστηριότητες όπως και στον τομέα των υπηρεσιών. Οι πρώτες εκφράστηκαν με την δημιουργία μονάδας παραγωγής ασβέστη -αξιοποιώντας τα πετρώματα της περιοχής- μονάδα που εμπλουτίστηκε με άμεσες ή έμμεσες μηχανολογικές επενδύσεις: κλίβανος, καυστήρες, οχήματα για μεταφορά πρώτης ύλης, προϊόντος και καυσίμων κλπ.. Οι δεύτερες εκφράστηκαν κυρίως με την αξιοποίηση των μεταφορικών μέσων της έπαυλης σε συγκοινωνιακό ρόλο αλλά και με την ενοικίαση/εμπορία των υδάτινων πόρων της εκμετάλλευσης. Στη συνέχιση μιας αναπτυξιακής πορείας υπηρεσίες αναψυχής -τουριστικές θα λέγαμε – έπεσαν ως ιδέες στον σχεδιασμό.
Η καχυποψία που μεταβλήθηκε σε εχθρότητα και το γενικό πλαίσιο πολυεπίπεδη διαίρεσης του νησιού
Ως συγκριτικό μέγεθος, η έκταση της Ονίσιας απέδιδε το 1946, πριν την ίδρυση της έπαυλης, εισόδημα 150 λιρών -οι 35 ήταν το ενοίκιο που κατέβαλαν δύο κτηνοτρόφοι- ενώ στα 1963 το συνολικά παραγόμενο εισόδημα από τις δραστηριότητες της έπαυλης έφθασε τις 500.000 λίρες (24). Στην ουσία επρόκειτο για ένα υπόδειγμα αξιοποίησης του εγχώριου γεωργικού παραγωγικού πλούτου του νησιού της Κύπρου. Εάν τα 165 εκτάρια της αγροτικής έπαυλης απέδιδαν στην κυπριακή οικονομία τα παραπάνω σημαντικά ποσά, τότε στο σύνολο των 950.000 εκταρίων της καλλιεργήσιμης γης της Κύπρου (ή έστω στα 590.000 εκτάρια των ελεύθερων περιοχών) θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια ισχυρή παραγωγική βάση πάνω στην οποία θα αρθρώνονταν οι λοιπές οικονομικές δραστηριότητες του νησιού. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι επιδόσεις της Ονίσια επιτεύχθηκαν σε μια περίοδο ελλιπούς μηχανοποίησης και με καλλιεργητικές μεθόδους που βρίσκονταν πιο κοντά στον παραδοσιακό τρόπο εκμετάλλευσης της γης παρά στις σύγχρονες -και φυσικά πολύ πιο αποδοτικές μεθόδους.
Αυτό θα δημιουργούσε μια συμπαγή -και υγιή, συνδεμένη δηλαδή με την εργασία και τις παραγωγικές δραστηριότητες δημογραφική βάση και, αυτή με τη σειρά της, θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας απέναντι σε εξωτερικούς, ίσως και εσωτερικούς εχθρούς. Να μην ξεχνούμε ότι πρότυπο για την δημιουργία της συνεργατικής έπαυλης υπήρξαν τα ισραηλινά Κιμπούτζ τα οποία και διαδραμάτισαν καίριο ρόλο τόσο στην παραγωγική συγκρότηση του Κράτους του Ισραήλ, όσο και στην δημογραφική του ανέλιξη, το δέσιμό του με τη γη, θα πρόσθετα, και, οπωσδήποτε, συνέβαλαν ποικιλότροπα στην αμυντική του συγκρότηση και λειτουργία. Με άλλα λόγια, ακόμα και αν δεν το έκφραζαν ανοικτά, οι δραστηριότητες στην Ονίσια, αποτελούσαν μια συγκεκριμένη πολιτική πρόταση.
Η οικονομική επιτυχία της συνεργατικής έπαυλης ενίσχυσε την πολιτική της ακτινοβολία. Το όλο εγχείρημα καταγράφηκε ως «κομμουνιστικό» παρά το γεγονός ότι το πρόπλασμα της πρωτοβουλίας αυτής ανάγεται (ας αφήσουμε στην άκρη το θεωρητικό πλαίσιο –του αν ανήκει δηλαδή στην κατηγορία του «ουτοπικού σοσιαλισμού») στην ισραηλινή πρακτική ενώ αντιμετωπίστηκε μάλλον θετικά και από τις βρετανικές αρχές τον καιρό της αποικιοκρατίας. Προφανώς το πρόβλημα εντοπιζόταν στους φορείς, δηλαδή στους αριστερούς φαντάρους της Κύπρου που βρέθηκαν, στην Β’ παγκόσμιο πόλεμο, εθελοντές στον τότε κοινό αγώνα. Ό,τι ιδέες και να έφερναν μαζί τους αυτοί οι φαντάροι θα αντιμετωπίζονταν με καχυποψία από τους συντηρητικούς παράγοντες της Κύπρου.
Αυτή η καχυποψία μεταβλήθηκε πολύ εύκολα σε εχθρότητα μέσα στο γενικό πλαίσιο πολυεπίπεδης διαίρεσης του νησιού στα τελευταία χρόνια της αποικιοκρατίας αλλά κυρίως στα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας. Εδώ θα χρειαστούν κάποιες ιστορικές αναδρομές και σκέψεις για την κατάσταση που επικρατούσε στο νησί τα χρόνια εκείνα.
Η κυπριακή ανεξαρτησία ήταν από την αρχή πολυεπίπεδα υπονομευμένη
Η αποαποικιοποίηση, η απόσυρση των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών δυνάμεων από τις κτήσεις τους σε όλο το μήκος και το εύρος του τότε κόσμου, ήταν μια διαδικασία γεμάτη προβλήματα και εμπόδια. Οι παλαιοί δυνάστες, όπως ήταν αναμενόμενο, έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για να αφήσουν πίσω τους ασταθείς και προβληματικές καταστάσεις που θα καθιστούσαν την παρουσία τους απαραίτητη και στην μετά την αποικιοκρατία εποχή. Στην Κύπρο ο σχετικός σχεδιασμός των Βρετανών που αποχωρούσαν βρήκε ιδανικά ερείσματα τόσο σε εσωτερικές αντιθέσεις, όσο και στο ευρύτερο γεωπολιτικό σκηνικό. Οι προσπάθειες των Βρετανών να δημιουργήσουν αντιθέσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες του νησιού -Έλληνες και Τούρκους- συναντήθηκαν με τις προσπάθειες της Ελλάδας και της Τουρκίας να αξιοποιήσουν με βάση τα συμφέροντα των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων τους το κενό -στην Κύπρο, αλλά και στην ανατολική Μεσόγειο- που άφηνε πίσω της η βρετανική αποχώρηση. Η Ελλάδα και η Τουρκία ήταν χώρες συμμαχικές στο πλαίσιο του Ψυχρού πολέμου και ως εκ τούτου οι άρχουσες τάξεις τους ήταν στενά συνδεδεμένες με τον ισχυρό του ΝΑΤΟϊκού στρατοπέδου: τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Ο καθένας μπορεί να το φανταστεί ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες ο λόγος, η επιθυμία, η θέληση του λαού της Κύπρου ήταν μάλλον παγερά αδιάφορες στους ισχυρούς παράγοντες που θα «επέλυαν» δήθεν το περιπεπλεγμένο σκηνικό που οι ίδιοι ύφαιναν.
Η κυπριακή ανεξαρτησία ήταν έτσι από την αρχή πολυεπίπεδα υπονομευμένη. Να ξεκινήσουμε από το ιδρυτικό γεγονός. Η ανεξαρτησία έτσι όπως καθορίστηκε δεν ήταν αποτέλεσμα εσωτερικών κοινωνικών διεργασιών και των αντίστοιχων πολιτικο-στρατιωτικών κινημάτων. Η συμφωνία ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας είχε την μορφή μιας διεθνούς συμφωνίας ερήμην των βασικών ενδιαφερόμενων, των Κυπρίων. Οι τελευταίοι δεν κρίνονταν «ώριμοι» να διαχειριστούν την τύχη του νησιού και τη δική τους και, πάνω από αυτούς, τοποθετήθηκαν «εγγυήτριες δυνάμεις» που θα επόπτευαν την ανεξαρτησία με βάση δικά τους συμφέροντα, μέτρα και σταθμά. Ειρωνεία της ιστορίας θα λέγαμε όπου, εκείνοι οι παράγοντες που επιθυμούν την αποσταθεροποίηση της ανεξαρτησίας ονομάστηκαν «εγγυητές» της ύπαρξης και της σταθερότητάς της. Εξ ορισμού τέτοιου είδους συμφωνίες δημιουργούν εύθραυστες και αμφισβητούμενες καταστάσεις. Και τελικά σκοτώνουν αυτό το οποίο –υποτίθεται- τάχτηκαν να προστατεύσουν.
Η Κυπριακή Δημοκρατία, η ανεξάρτητη Κύπρος, πολιορκήθηκε, σχεδόν αμέσως μετά τη δημιουργία της, από όλες τις πλευρές. Αυτονόητα πολεμήθηκε από την Τουρκία και, σε συνάρτηση με αυτό, από μια ισχυρή μερίδα Τουρκοκυπρίων που επένδυσαν στην γειτονική χώρα για να ανατρέψουν αυτό που θεωρούσαν δυσμενείς εθνοτικούς συσχετισμούς στο νησί. Προφανώς οι φορείς αυτών των υπολογισμών ανήκαν στην ελίτ της Τ/Κ κοινότητας του νησιού. Πολύ γρήγορα -και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια (θα εξηγήσουμε τους λόγους γι αυτό)- οι υπηρεσίες του τουρκικού κράτους οργάνωσαν παραστρατιωτικά ένοπλα σώματα που μαχητικά θα προκαλούσαν την δημοκρατία.
Η υπονόμευση της Κυπριακής Δημοκρατίας τους χώρους του κινήματος της ΕΟΚΑ και το αίτημα της Ένωσης
Στην άλλη πλευρά του λόφου η υπονόμευση της Κυπριακής Δημοκρατίας προήλθε από τους χώρους του μαχητικού κινήματος της ΕΟΚΑ που είχε δράσει ως αντι-αποικιακό αγωνιστικό κίνημα στα τελευταία χρόνια της βρετανικής κυριαρχίας. Ο κεντρικός πολιτικός στόχος του κινήματος αυτού δεν ήταν η ανεξαρτησία, γεγονός που το έθετε απέναντι στην λύση της δημιουργίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στόχος του ήταν η Ένωση με την Ελλάδα. Αξίζει να σταθούμε λίγο σε αυτό το σημείο.
Το αίτημα της Ένωσης, εάν απομονωθεί από τα υπόλοιπα στοιχεία της συγκυρίας θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτονόητο. Ο πληθυσμός του νησιού αποτελείτο στη συντριπτική του πλειονότητα από Έλληνες. Οι Έλληνες της Κύπρου συγκροτούσαν μια πολιτική οντότητα η οποία μάλιστα μπορούσε και μπόρεσε να αναχθεί σε κράτος. Για την ακρίβεια η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν το τρίτο κρατικό μόρφωμα που διαμόρφωσε ο ελληνισμός στους 19ο και 20ο αιώνα όταν βασανιστικά προσδιόριζε τα τελικά του όρια και σύνορα. Οι προηγούμενες περιπτώσεις ήταν το Ελληνικό Κράτος του 1821-1830 και η Κρητική Πολιτεία του 1898.
Η γενική τάση της εποχής οδηγούσε στην ταύτιση των διάχυτων στα αυτοκρατορικά σχήματα εθνοτήτων με τα εθνικά κράτη που προέκυπταν μετά την διάλυση των πολυεθνικών αυτών οντοτήτων. Στον Ελλάδα το καταστροφικό 1922 θεωρείται η μεγάλη τομή που ταύτισε ελληνισμό και Ελλάδα αναιρώντας μια κατάσταση που κυριάρχησε για πολλούς αιώνες. Σαράντα χρόνια αργότερα, η απελευθέρωση της Κύπρου από τον αποικιακό ζυγό έφερε πάλι στο προσκήνιο το ίδιο ερώτημα. Ο ελληνισμός είχε εκ νέου δύο κράτη και θα ήταν σχεδόν λογικό -ή τουλάχιστον αποδεκτό- οι δύο αυτές οντότητες να ενοποιηθούν σε μία.
Τίποτε όμως στην ιστορία δεν είναι απλό και το ζήτημα της Ένωσης χρειαζόταν να απαντήσει σε μια σειρά ουσιαστικά και σημαντικά ερωτήματα. Το πρώτο αφορούσε τους όρους με τους οποίους θα γινόταν η Ένωση με την Ελλάδα. Ο χαρακτήρας της τελευταίας είχε τις δικές του προδιαγραφές και αυτό υπαγόρευε τους όρους της Ένωσης.
Η Ελλάδα στα 1960 βρισκόταν κάτω από τον αστερισμό του μετεμφυλιακού. Μετεμφυλιακό σήμαινε ότι η μία πλευρά της κοινωνίας είχε επιβληθεί δια των όπλων στην άλλη και ότι στα χρόνια αυτά εμπέδωνε την νίκη και την κυριαρχία της. Στο πολιτικό σκηνικό η κατάσταση αυτή δημιουργούσε ένα πλαίσιο «έκτακτης ανάγκης» όπου κυριαρχούσαν νόμοι –με ισχύ συνταγματικών άρθρων- όπως ο 509/1947 ή ο 375/1936 ή οι αρχές και η λογική του Τρίτου Ψηφίσματος. Η κομμουνιστική δραστηριότητα –ερμηνευόμενη με την πλέον ευρεία σημασία- απαγορευόταν αυστηρά και οι δημοκρατικές ελευθερίες ήταν μια εξαιρετικά σχετική έννοια. Ο τρόπος που το μετεμφυλιακό αυτό καθεστώς αντιλαμβανόταν την Ένωση με την Κύπρο περιλάμβανε την υποταγή της κοινωνίας της τελευταίας στους κανόνες της «κατάστασης εκτάκτου ανάγκης» που επικρατούσε στην Ελλάδα.
Δεν ήταν η καλύτερη πρόταση για έναν λαό ο οποίος είχε μόλις αποτινάξει -έστω και με δυσμενείς όρους- τον ζυγό της αποικιοκρατίας. Η Αθήνα, μέσα στο πνεύμα των ημερών, δεν αντιλαμβανόταν την Ένωση ως διαδικασία ισοτιμίας. Την αντιλαμβανόταν ως ένα είδος «κατάληψης» όπου η επιβολή των αξιών, των μέτρων και των σταθμών, του αυτοοριζόμενου ως «εθνικού κέντρου» θα ήταν μονόδρομος. Πολύ φυσικά ένα μεγάλο μέρος της άρχουσας τάξης της Κύπρου, και μαζί ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας της, οι εργάτες, οι εργαζόμενοι, οι αγρότες, δεν μπορούσαν να δεχτούν αυτό το νέο είδος υποταγής. Με τον τρόπο αυτό η Ένωση-υποταγή έγινε σημαντικό συστατικό του πρώτου πολιτικού σκηνικού της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οι προθέσεις όμως της Αθήνας δεν δίχασαν μόνο τους Έλληνες του νησιού. Στην ουσία εμπόδισαν την συγκρότηση μιας ενιαίας κυπριακής κοινωνίας όπου θα περιλαμβάνονταν και οι Τούρκοι κάτοικοι του νησιού. Η διαίρεση των δύο κοινότητων που είχε επιμελώς καλλιεργηθεί από τους Βρετανούς αποικιοκράτες βρήκε, στις προθέσεις και τους όρους της Ένωσης ένα πρόσθετο επιχείρημα για να βαθύνει ακόμα περισσότερο. Την στιγμή που η Αθήνα επιδίωκε την υποταγή στις δικές της μετεμφυλιακές αντιλήψεις των Ελλήνων του νησιού, ο καθένας μπορούσε να φανταστεί ποιες απειλές βάραιναν πάνω στην τουρκική κοινότητα του νησιού. Στον ακροδεξιό λόγο της Αθήνας και των ανθρώπων της στην Κύπρο περίσσευε ο σωβινισμός και ήταν διάχυτο το πρόσχημα του τυφλού εθνικισμού. Η τουρκοκυπριακή άρχουσα τάξη, η ηγεσία της, και φυσικά και η Τουρκία, εκμεταλλεύθηκαν την απειλητική αυτή κατάσταση, ανέδειξαν τον εαυτό τους σε «προστάτη των Τουρκοκυπρίων», εκμεταλλεύτηκαν και κεφαλαιοποίησαν πολιτικά το χάσμα ανάμεσα στις κοινότητες, προετοιμάζοντας κατάλληλα την ευθεία αμφισβήτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την ανταρσία του 1964 και προπαντός με την εισβολή του 1974.
@@@
Στα 1964 η καταιγίδα ξέσπασε. Η συνεργατική έπαυλη της Ονίσια βρέθηκε στα κέντρο ετούτης της καταιγίδας. Το πρώτο που την έφερε στην πρώτη σειρά των γεγονότων ήταν η γεωγραφική της θέση. Στις νότιες υπώρειες του Πενταδάκτυλου, πολύ κοντά στο πέρασμα του βουνού όπου ο δρόμος ενώνει την Λευκωσία με την Κυρήνεια, η θέση της ήταν εξόχως ήδη στρατηγική. Οι πλησίον κορυφές και τα υψώματα του Πενταδάκτυλου δεν έλεγχαν μόνο τη λειτουργία και την ασφάλεια της Ονίσια αλλά έλεγχαν το πιο στρατηγικό δρόμο του νησιού. Δεν χρειαζόταν να έχει κανείς στρατηγική αντίληψη επιπέδου Κλαούζεβιτς για να αντιληφθεί ότι ο πρώτος στόχος, το ζωτικό σημείο ενδιαφέροντος για τους Τουρκοκύπριους παρακρατικούς, την ΤΟΥΡΔΥΚ και τους ιθύνοντες της Άγκυρας βρίσκονταν σε αυτό το χώρο: Κυρήνεια, περάσματα Πενταδάκτυλου, τουρκοκυπριακός θύλακας της Λευκωσίας.
Επιπλέον η θέση της έπαυλης δημιουργούσε μια αιχμή στρατηγικής σημασίας καθώς ήταν το πρώτο σημείο στήριξης των κυβερνητικών δυνάμεων απέναντι στις τουρκοκυπριακές κοινότητες στα ανατολικά (με κέντρο την Αγύρτα). Κοινότητες που παρά τις επιθυμίες πολλών κατοίκων τους -υπάρχουν τέτοιου είδους μαρτυρίες και αναφορές στο βιβλίο του Κύπρου Κουρτελλάρη- είχαν μετατραπεί, εξαιτίας της στρατηγικής τους σημασίας σε βάσεις εξόρμησης των στασιαστών παρακρατικών. Φυσικά η έπαυλη αποτελούσε πρώτης προτεραιότητας στόχο και θα ήταν αναμενόμενο να παρθούν όλα τα μέτρα για την προστασία της από τις δυνάμεις, οργανωμένες και ανοργάνωτες που προάσπιζαν την ιδέα ανεξάρτητου, ενιαίου κράτους.
Καλούνταν να υπερασπιστούν ένα ανεξάρτητο κράτος στο οποίο δεν πίστευαν
Να σημειωθεί ότι τα μέτρα προστασίας της Ονίσιας δεν κάλυπταν αποκλειστικά και μόνο την ίδια αλλά ταυτίζονταν σχεδόν με τα αντίστοιχα για τον έλεγχο της οροσειράς του Πενταδάκτυλου και ως εκ τούτου με τον έλεγχο των διαβάσεων προς την βόρεια ακτή του νησιού και του δρόμου από την Λευκωσία στην Κυρήνεια. Τα υψώματα που έθεταν την έπαυλη κάτω από τα πυρά των στασιαστών έλεγχαν με τον ίδιο τρόπο τα περάσματα προς την Κυρήνεια. Αν και όλα αυτά μας φαίνονται σχεδόν αυτονόητα σήμερα, στο κλίμα της εποχής παρουσιάζονταν δέσμια δεύτερων σκέψεων και στόχων.
Οι παρακρατικές ένοπλες ομάδες του 1963-64 καλούνταν να υπερασπιστούν ένα ανεξάρτητο κράτος στο οποίο δεν πίστευαν και στην εδώ περίπτωση, μια παραγωγική έπαυλη, την οποία, για πολλούς λόγους μισούσαν. Αυτοί ήταν «δεξιοί», δηλαδή έβλεπαν την Ένωση με την Ελλάδα ως μία ακόμα νίκη του κυβερνητικού, συντηρητικού στρατοπέδου ενάντια στους «κομμουνιστές». Πνευματικά και ιδεολογικά βρίσκονταν πιο κοντά στο 1949, παρά στο 1964.
Στο βιβλίο του Κύπρου Κουρτελλάρη υπάρχουν αρκετές ενδείξεις σχετικά με τις τις προτεραιότητες των ένοπλων σωμάτων που εκείνο τον καιρό είχαν αναλάβει την υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας ίσως και για τυχόν «διευκολύνσεις» στον τουρκικό παράγοντα για να δεχθεί άλλα τετελεσμένα. Είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθούν τέτοιου είδους σενάρια αν και οι εξελίξεις αφορούσαν πλήθος «ενδιαφερόμενους» στη νησί ή έξω από αυτό.
Η αναμέτρηση γινόταν μέσα σε ένα κλοιό αντικρουόμενων προθέσεων και συνακόλουθων σχεδιασμών
Βρετανοί, ΝΑΤΟ, κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας, μυστικές υπηρεσίες, οι ανήσυχες για τυχόν σοβιετικές «διεισδύσεις» ΗΠΑ, εμπλέκονταν σε αυτές σε τρόπο ώστε οι σχεδιασμοί και οι κινήσεις στο έδαφος να είναι άγνωστο σε ποιο σενάριο ανήκουν. Το βέβαιο είναι ότι η αναμέτρηση γινόταν μέσα σε ένα κλοιό αντικρουόμενων προθέσεων και συνακόλουθων σχεδιασμών σε τρόπο ώστε, στον απόμακρο στον χρόνο παρατηρητή όλα να φαντάζουν συγκεχυμένα και κινούμενα μέσα σε χαώδη κινούμενη άμμο.
Οι δυνάμεις που πήραν την εντολή να υπερασπιστούν την Ονίσια -όσο και την ευρύτερη στρατηγική θέση- δεν ήταν εθνικός στρατός, δεν δρούσαν ενιαία κάτω από διοίκηση προετοιμασμένη να υπερασπίσει το κράτος της Κύπρου από απειλές. Σε τελευταία ανάλυση στρατολογούνταν κυρίως από πιστοποιημένους «δεξιούς» και ο προορισμός τους ήταν μάλλον να επιβάλουν πραξικοπηματικά τις απόψεις τους παρά να υπερασπίσουν εθνικό έδαφος. Ήταν μονάδες «πραξικοπήματος», όχι μονάδες εθνικού αγώνα. Μικρά αρχηγεία, οργανώσεις, παρακρατικά δίκτυα, κέντρα αποφάσεων και μηχανισμοί έθεταν τους στόχους και κινούνταν με βάση την προσωπική απόφαση των διοικητών τους.
Όσο και αν αμφισβητήσει κανείς τις μαρτυρίες και τα τεκμήρια που παραθέτει με πεισματική επιμέλεια στο βιβλίο του ο Κύπρος Κουρτελλάρη, όλα όσα παραπάνω αναφέραμε πολύ δύσκολα μπορεί να ανατραπούν. Ακόμα και αν οι «απέναντι» αφηγήσεις περιγράφουν πραγματικές ή φανταστικές μάχες, ηρωϊσμούς και κατορθώματα, το τελικό αποτέλεσμα, στην λεπτομέρεια και στο σύνολο, είναι εκεί για να υποδείξει προς τα που βρίσκεται η αλήθεια. Δεν νομίζουμε μάλιστα ότι είναι θέμα επιλογής και ενοχής ατόμων και στελεχών, άσχετο αν η τότε και η μετέπειτα δράση τους μπορεί άριστα να τους χαρακτηρίσει (όπως λόγου χάρη η περίπτωση του Σύρου, μετέπειτα υπαρχηγού της ΕΟΚΑ Β’). Πίσω από αυτούς, πέρα από αυτούς, διακρίνεται μια συγκροτημένη αντίληψη και ένας συγκεκριμένος σχεδιασμός ο οποίος δεν αφορά την άμυνα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κάθε άλλο μάλιστα, η τελευταία είναι οντότητα εχθρική σε αυτούς, ίσως στο ίδιο, ίσως σε διαφορετικό επίπεδο απ’ όσο εχθρική ήταν για ανάλογους παράγοντες της τουρκικής πλευράς.
Τα τότε και τα μετέπειτα γεγονότα έχουν πάρα πολλά να πουν πάνω σε αυτό. Η τύχη της Ονίσιας, το τέλος ενός πετυχημένου πειράματος στα 1964, έκφραζε στην μικρή, τοπική κλίμακα, τα όσα συνέβησαν στην μεγάλη αντίστοιχη, σε ολόκληρο το νησί και στην ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία. Πολλοί και ισχυροί παράγοντες δεν αγαπούσαν την τελευταία όπως δεν αγαπούσαν και την Ονίσια. Υπήρχε δε σε αυτή εδώ την περίπτωση ένας παραπάνω λόγος για να την εχθρεύονται. Οι αγρότες της Ονίσια, τα μέλη της έπαυλης, όσοι εργάζονταν σε αυτή, Έλληνες αλλά και Τούρκοι, αξιοποιούσαν με τον μόχθο τους τον πλούτο της κυπριακής γης. Με αυτόν έφτιαχναν την ζωή τους, πάνω σε αυτόν θα στήριζαν την πατρίδα τους, για ελόγου τους, για την υπεράσπισή του, θα πολεμούσαν. Εκτός από τη γη καλλιεργούσαν και κάτι πρόσθετο, επικίνδυνο για όσους απεργάζονταν δεινά για το νησί της Κύπρου, την ανεξαρτησία του και την δημοκρατία του: καλλιεργούσαν τον πατριωτισμό.
Και ο πατριωτισμός δεν αφήνει τόπο για πραξικοπήματα και για υπόγειους σχεδιασμούς σε βάρος της χώρας, της γης και των ανθρώπων. Από αυτή την πλευρά, η Ονίσια ήταν επικίνδυνη. Και γι αυτό έπρεπε να αφεθεί στην τύχη της, να παρασυρθεί από την δίνη των γεγονότων. Όταν όμως, με βάση σκέψεις αυτής της ποιότητας προδίδεις την υπόθεση της Κύπρου στη μικρή κλίμακα, τότε ανοίγεις τον δρόμο για την μεγάλη προδοσία. Αυτή που θα ερχόταν το 1974.
@@@
Το βιβλίο του Κύπρο Κουρτελλάρη γράφτηκε σε μια εποχή “μεταβατική”. Μια εποχή που εκείνοι που έζησαν τα γεγονότα, ή άμεσοι απογόνοι τους, ζουν ακόμη και θυμούνται. Μια εποχή, όμως, που η θλιβερή ιστορία της Κύπρου συνεχίζεται στον ίδιο παρονομαστή. Όπου η υπονόμευση έχει εξελιχθεί σε κατοχή, σε ασφυκτική περίσφυξη, στα Βαρώσια στις θάλασσες.
Κυβερνήσεις, υπηρεσίες, οργανισμοί κρατούν επτασφράγιστα τα “μυστικά” - τα επίασημα τεκμήρια, τα αρχειακά υλικά που θα επέτρεπαν να ρίξουμε φως σε ερωτήματα και καταστάσεις.
Πενήντα επτά χρόνια από το 1964 και επίσημα δεν έχουμε παρά “έμμεσες” αναφορες στα τότε γεγονότα. Και έτσι την τελική εικόνα θα την περιμένουμε για καιρό. Ως τότε, το βιβλίο του Κύπρου Κουρτελλάρη, θα αποτελεί σταθερό και αξιόπιστο σημείο αναφοράς με τα όσα μεθοδικά καταγράφει και παραθέτει.
* Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης / Το κείμενο είναι η παρουσίαση από τον κ. Μαργαρίτη του βιβλίου του Κύπρου Κουρτελλάρημε τίτλο «Απρίλης 1964: Η (εγ)κατάληψη της Ονίσιας» - Από αυτούς που τάχθηκαν να την… προστατεύσουν!» σε εκδήλωση - αφιέρωμα στα 75 χρόνια από την ίδρυση της Συνεργατικής Έπαυλης “Ονίσια”. Την εκδήλωση, που έγινε την 1η Ιουλίου 2021 στον Άγιο Δομέτιο, διοργάνωσαν το Ίδρυμα Λαογραφίας & Αγροτικής Ζωής “Χρίστος Κουρτελλάρης” και η Επιτροπή της Έπαυλης. Κατά την εκδήλωση τιμήθηκε επίσης το μακροβιότερο μέλος της Έπαυλης της Ονίσιας, ο 94χρονος Χαράλαμπος (Κάρολος) Τουμανής.
Σημείωση ekypros: Τα τιτλάκια στο κείμενο είναι της σύνταξης της ιστοσελίδας









