Γράφει: Κύπρος Κουρτελλάρης
Αναντίλεκτα το φετινό Πάσχα έχει αφήσει διαφορετικά, πολύ διαφορετικά αποτυπώματα στην κυπριακή κοινωνία από κάθε προηγούμενο Πάσχα. Κι ο λόγος πολύ απλός: Τα βιώματα των τελευταίων δεκαεπτά ημερών με τις αποκαλύψεις για τις δολοφονίες πέντε γυναικών και δύο κοριτσιών, όλες αλλοδαπές -που ακόμη κανείς δεν μπορεί να πει ότι είναι και οι μόνες- έχουν ταρακουνήσει συνθέμελα την κυπριακή κοινωνία. Και την έχουν βγάλει -τολμώ να ισχυριστώ- από τον “ύπνο του δικαίου”. Μετατρέποντας την αλλοδαπή γυναίκα της διπλανής πόρτα, το αλλοδαπό κορίτσι της διπλανής πόρτας δική μας γυναίκα, δικό μας κορίτσι. Και τρέμουμε μπροστά στη σκέψη και μόνο αυτή η γυναίκα, αυτό το κορίτσι να ήταν του δικού μας στενού περιβάλλοντος. Γιατί μόνο έτσι, βάζοντας στη θέση των άγνωστων σ’ εμάς γυναικών και κοριτσιών δικά μας πρόσωπα, μπορούμε να αντιληφθούμε το μέγεθος της τραγωδίας και την ανείπωτη φρίκη του εγκλήματος. Του οποίου, δυστυχώς, ουδείς μπορεί να προβλέψει που σταματά...
Αλλά η εμβρόντητη κυπριακή κοινωνία ακόμη αδυνατεί να αντιληφθεί το μέγεθος, το βάθος και τις διαστάσεις του αποτρόπαιου επαναλαμβανόμενου εγκλήματος. Ενός εγκλήματος που -κακά τα ψέματα- αν δεν αποκαλύπτετο παντελώς τυχαία το πτώμα μίας των δολοφονημένων γυναικών, δεκαέξι ακριβώς ημέρες πριν από σήμερα, ενδεχομένως θα εξακολουθούσαμε -ως άτομα και ως κοινωνία- να παίρνουμε αμέριμνοι τον ύπνο του δικαίου. Και να θεωρούμε την κοινωνία μας πρότυπο ανθρώπινης και ευνομούμενης κοινωνίας.
Αλίμονο, όμως. Ζώντες καθημερινά την αγωνία άλλων φρικιαστικών αποκαλύψεων, ζώντες -και παρακολουθώντας από μακριά- καθημερινά τις εναγώνιες, πολύπλοκες, δύσκολες και ενίοτε άκρως επικίνδυνες -σε ένα τραχύ και αφιλόξενο περιβάλλον- προσπάθειες για ανεύρεση των καθ’ ομολογία του δράστη δολοφονημένων γυναικών και κοριτσιών, η σκέψη μας στρέφεται υποχρεωτικά πίσω. Και στρέφεται πίσω όχι μόνο γιατί τα εγκλήματα αυτά έχουν διαπραχθεί στο παρελθόν, αλλά πρωτίστως γιατί καθημερινά -πλέον- γινόμαστε μάρτυρες πληροφοριών για τον τρόπο που οι αρμόδιες αρχές ενήργησαν στον ουσιώδη χρόνο των καταγγελιών για τις εξαφανίσεις των συγκεκριμένων -και όχι μόνο- γυναικών και κοριτσιών.
Ακόμη: Η αντίδραση -και ενίοτε η μη πρέπουσα αντίδραση- της ηγεσίας της αστυνομίας, αλλά και των πολιτικών προϊσταμένων της -δηλαδή του αρμόδιο υπουργού και του ίδιο του προέδρου της Δημοκρατίας- πέραν του ότι εξοργίζουν την κοινωνία που ζητά εξηγήσεις αλλά δεν τς δίδονται, υποβάλλουν στον μέσο πολίτη ότι αυτοί οι αρμόδιοι, αυτοί οι πολιτικοί προϊστάμενοι, δεν έχουν αντιληφθεί το μέγεθος της ολιγωρίας και ανεπαρκούς διερεύνησης των καταγγελιών.
Κι ακόμη περισσότερο, δείχνουν να μην καταλαβαίνουν -ή προσποιούνται ότι δεν καταλαβαίνουν- πως: αν δρούσαν διαφορετικά, αν έδειχναν περισσότερη ευαισθησία και επαγγελματισμό, αν -πρωτίστως- άγγιζαν όπως αρμόζει την ανθρώπινη διάσταση των καταγγελιών για την εξαφάνιση μητέρας και κόρης από τη Ρουμανία, αλλά και των υπόλοιπων στη συνέχεια, τότε ίσως τα θύματα να σταματούσαν μόνο στις πρώτες μια -δυο. Δεν το έπραξαν. Κι αντί απολογίας, αντί να πράξουν οι καθ ύλην αρμόδιοι και ηγήτορες -διοικητικά και πολιτικά- της Αστυνομίας το αυτονόητο, δηλαδή να θέσουν τις παραιτήσεις τους στη διάθεση του προέδρου της Δημοκρατίας, βγαίνουν κι από πάνω! Και αναζητούν δικαιολογίες και προσχήματα. Ότι τάχαμου τους υπολείπονταν εργαλεία και ρίχνουν την μπάλα στη βουλή. Ντροπής πράγματα, δηλαδή...
Κι η ντροπή αυτή -που αναπόδραστα αντανακλάται και στο σύνολο της κυπριακής κοινωνίας που κακώς ανέχεται αυτές τις συμπεριφορές- πολλαπλασιάζεται όταν ο ίδιος ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, αντί να παύσει ως όφειλε από την πρώτη μέρα αρμόδιο υπουργό -Δικαιοσύνης- και αρχηγό της Αστυνομίας, τους κάνει πλάτες. Κυριολεκτικά του κάνει πλάτες. Και παραπέμπει σε μεταγενέστερο στάδιο. Να τελειώσουν οι έρευνες, να διακριβωθούν ότι είναι να διακριβωθούν για τις λεγόμενες διαδικασίες, νομοθεσίες και απαιτήσεις για τυχόν αλλαγές, να διακριβωθεί αν υπάρχουν σε οποιοδήποτε επίπεδο τυχόν ευθύνες και μετά να αποδοθούν...
Μα αυτά, πρόεδρε, είναι στην περίπτωση τυχόν αστικών, ποινικών, διοικητικών και πειθαρχικών ευθυνών. Εδώ το φοβερό αυτό έγκλημα δαχτυλοδείχνει και πολιτικές ευθύνες. Οι οποίες δεν έχουν εισέτι αναληφθεί. Κι ο πρόεδρος του κράτους δείχνει απρόθυμος να το απαιτήσει και/ή αν -πάλιν- δεν αναληφθούν τότε να λάβει την μάχαιρα που το προσφέρει το σύνταγμα και να τους παύσει. Αυτό είναι το ολιγότερο που έπρεπε να κάνει όχι σήμερα, όχι χτες, ούτε προχθές. Αυτό θα έπρεπε να κάνει την δεύτερη μέρα των καταιγιστικών αποκαλύψεων για το τότε χειρισμό των καταγγελιών. Που παρέπεμπαν αφ’ ενός σε πρωτόγνωρη ελαφρότητα στο πως αντιμετωπίστηκαν αρχικά αυτές οι καταγγελίες, όπως επίσης και σε ολιγωρία, αλλά και σε σοβαρές παραλείψεις στη διερεύνηση αυτών των καταγγελιών. Για να έλθουν σήμερα, ακριβώς δυόμιση χρόνια -Σεπτέμβρης 2016- από την καταγγελία για την εξαφάνιση της 36χρονης Ρουμάνας -Livia Florentina Bunea- και της οκτάχρονης κορούλας της -Elena Natalia Bunea- να ισχυριστούν ότι δεν είχαν τα απαραίτητα νομοθετικά εργαλεία. Αίσχος!
Αλήθεια, χρειάζονταν επιπρόσθετα νομικά και νομοθετικά εργαλεία για να διερευνήσουν -στον βαθμό που όφειλαν και οι περιστάσεις απαιτούσαν- τα αστυνομικά όργανα που δέχτηκαν την καταγγελία για την εξαφάνιση της 36χρονης Ρουμάνας και της αυτιστικής οκτάχρονης κορούλας της; Χρειάζονταν επιπρόσθετα νομοθετικά εργαλεία για να ερευνήσουν το σπίτι της και να διαπιστώσουν σε ποια κατάσταση αυτό βρισκόταν, μετά την καταγγελία της εξαφάνισης τους; Κι όμως δεν το έπραξαν! Και είπαν κι από πάνω ψέματα για την κατάσταση που αφέθηκε το σπίτι που διέμενε η εξαφανισθείσα, παραπέμποντας στη “θεωρία” ότι τάχαμου "έφυγαν μόνες τους"... Και ότι, μάλιστα, είχαν πληροφορίες ότι πήγαν στα κατεχόμενα! Οι ψεύτες...
Μα το γεγονός και μόνο ότι το οκτάχρονο αγγελούδι ήταν αυτιστικό και ότι χρειαζόταν συνεχή φροντίδα σε 24ωρη βάση, που της παρείχε η μητέρα της και το κυπριακό κράτος δια των αρμοδίων κοινωνικών υπηρεσιών τής έδινε την οικονομική για τούτο στήριξη, αφαιρούσε κάθε επιχείρημα που σήμερα επικαλούνται. Να πιστέψω ότι δεν πέρασε κανενός αστυνομικού οργάνου από τη σκέψη αυτή η λεπτομέρεια; Ε, ΔΕΝ το πιστεύω! Διότι, αν δεν πέρασε, τότε είναι όλοι τους που πρέπει να πάνε σπίτι τους, δηλώνοντας ανεπάρκεια για τα καθήκοντα και τις ευθύνες που η πολιτεία τους εμπιστεύθηκε
Συνεπώς: αν έβλεπαν την πρώτη αυτή υπόθεση, μετά την καταγγελία της εξαφάνισης τους με τη σοβαρότητα που απαιτούσε η κατάσταση του οκτάχρονου κοριτσιού, είμαι σίγουρος ότι θα αντιλαμβάνονταν ότι δεν ίσχυε η -αυθαίρετα- αναπτυγμένη από την αστυνομία “θεωρία” ότι “αυτές έτσι κάνουν"! Και ξέρετε ποιο είναι το πλέον τραγικό; Ότι το περιβάλλον που ζούσε η μητέρα με την κορούλας της και η σπιτονοικοκυρά τους εκλιπαρούσαν την αστυνομία να κάνουν πραγματική έρευνα κι αυτοί δεν το έκαναν! Μπορεί να μην προλάβαιναν να σώσουν μάνα και κόρη -που πάλιν δεν το γνωρίζουμε, αφού δεν ενήργησαν καθώς έπρεπε όταν έπρεπε- αλλά σίγουρα αν χρησιμοποιούσαν τα εις τη διάθεσή τους μέσα θα έφθαναν -όπως έφθασαν- στον επονομαζόμενο “Ορέστη” - δολοφόνο. Και θα αποτρέπονταν, έτσι άλλες δολοφονίες...