«Η γοητεία της ζωής στην Ελλάδα», στο Μουσείο Μπενάκη
- Written by eKypros
* Στην έκθεση Γκίκας - Craxton - Leigh Femor, που φιλοξενείται αυτές τις μέρες, με συνδιοργανωτή και την Λεβέντειο Πινακοθήκη
Στο δεύτερο σταθμό της, την Αθήνα και το Μουσείο Μπενάκη, βρίσκεται η έκθεση «Γκίκας-Craxton-Leigh Femor: Η γοητεία της ζωής στην Ελλάδα». Η έκθεση, σε συνδιοργάνωση της Λεβεντείου Πινακοθήκης, του Μουσείου Μπενάκη και του Craxton Estate, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τη Λεβέντειο Πινακοθήκη στη Λευκωσία, κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους, ενώ μετά την Αθήνα πρόκειται να μεταφερθεί στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο.
Όπως μεταδίδει από την Αθήνα ο ανταποκριτής του ΚΥΠΕ, Αδάμος Ζαχαριάδης, τρεις μορφές που άφησαν το ξεχωριστό τους αποτύπωμα στο πνευματικό και καλλιτεχνικό στερέωμα του 20ού αιώνα, ο Έλληνας ζωγράφος Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Βρετανός ζωγράφος Τζον Κράξτον και o ιρλανδικής καταγωγής Βρετανός ήρωας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, συγγραφέας και περιηγητής Πάτρικ Λι Φέρμορ, ενώνονταν από έναν δεσμό βαθιάς φιλίας, που διήρκεσε 50 χρόνια, και είχε ως βασική αναφορά την αγάπη τους για την Ελλάδα.
Η έκθεση φωτίζει τη σχέση των τριών σημαντικών δημιουργών, μέσα από τις διαδρομές τους σε διαφορετικά σημεία της Ελλάδας: Ύδρα, Καρδαμύλη, Κρήτη, Κέρκυρα. Πίνακες του Γκίκα και του Κράξτον, που μετουσιώνουν το ελληνικό τοπίο και την καθημερινότητα της Ελλάδας στη δική τους ζωγραφική ματιά, πλαισιώνονται από αποσπάσματα της γραφής του Φέρμορ, από χειρόγραφα και επιστολές της προσωπικής αλληλογραφίας των τριών, φωτογραφίες και άλλα ιστορικά ντοκουμέντα.
Μια σχέση που ξεκινά από το 1945 - 46
Η έκθεση δημιουργεί, έτσι, ένα “οδοιπορικό” που ακολουθεί τις προσωπικές αναζητήσεις, τους τόπους έμπνευσης και δημιουργίας, αλλά και τα κοινά σημεία συνάντησης των τριών ανδρών.
Η σχέση τους ξεκινά το 1945-1946, στο Λονδίνο, για να μεταφερθεί, κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια, στην Ελλάδα. Όπως επισημαίνει η Ιωάννα Μωραΐτη, στην έκδοση με κείμενα των επιμελητών της έκθεσης, το ιστορικό πλαίσιο της μεταπολεμικής περιόδου, όπου διασταυρώνονται οι πορείες των τριών δημιουργών, υπήρξε η «χρυσή εποχή για την αγγλοελληνική καλλιτεχνική και φιλολογική συνεργασία». Όπως σημειώνει, επρόκειτο για μια περίοδο όπου «η προσπάθεια της Ελλάδας να προαγάγει τον ελληνικό πολιτισμό, τη λογοτεχνία και την τέχνη στο εξωτερικό, και η συγκυρία να βρίσκονται στην μεταπολεμική Αθήνα Βρετανοί και Έλληνες συγγραφείς και καλλιτέχνες» [1], διαμόρφωσε ένα εύφορο έδαφος καλλιτεχνικής δραστηριότητας.
Το ταλέντο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, που μαθήτευσε αρχικά κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη στην Αθήνα, και στη συνέχεια ακολούθησε σπουδές στο Παρίσι, με καθηγητές τον Roger Bissière και τον Δημήτρη Γαλάνη, είχε ήδη αρχίσει αναγνωρίζεται από τη δεκαετία του 1930. Όπως αναφέρει η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα, διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, στο κείμενό της «Τέχνη και Ιδεολογία στη Νεότερη Ελλάδα» [2], ο Γκίκας, που επηρεάστηκε έντονα από τη μετακυβιστική περίοδο της ζωγραφικής του Πάμπλο Πικάσο, διαμόρφωσε μια «εξελληνισμένη» εκδοχή του κυβισμού, μέσα από μια ζωγραφική υπαίθρου που στηριζόταν στις ιδέες του για την ιδιαιτερότητα του ελληνικού φωτός.
Την αντίληψη Γκίκα για το ελληνικό φως συμμερίζεται και ο Φέρμορ
Αυτή την αντίληψη για το ελληνικό φως, που αποτυπώνεται στη ζωγραφική του Γκίκα, συμμερίζεται και ο Φέρμορ, την περίοδο που συλλέγει το υλικό για το βιβλίο του Μάνη – μια μοναδική καταγραφή ιστορικών, λαογραφικών και φυσικών λεπτομερειών της πελοποννησιακής χερσονήσου. «Ένα πελώριο μεγεθυντικό γυαλί φλογίζει τα πέπλα της απόστασης κάνοντας αντικείμενα χιλιόμετρα μακριά να προβάλλουνε τόσο καθαρά σαν να ήταν σε μια απόσταση που θα μπορούσε κανείς να τα αγγίξει» [3], καταγράφει ο Φέρμορ, διασχίζοντας με τα πόδια τα βραχώδη μονοπάτια της μανιάτικης υπαίθρου.
Κατά τη διάρκεια της ελληνικής κατοχής, ο Λι Φέρμορ συμμετείχε ως σύνδεσμος της Διεύθυνσης Ειδικών Επιχειρήσεων στην ελληνική Αντίσταση από τα βουνά της Κρήτης (1942-1944), ζώντας μεταμφιεσμένος ως βοσκός με το ψευδώνυμο “Καπετάν Μιχάλης”. To 1944, μαζί με τον William Stanley Moss, οργάνωσε με επιτυχία την απαγωγή του Γερμανού διοικητή της Κρήτης Heinrich Kreipe. H σχέση του με την Ελλάδα επρόκειτο να διαρκέσει για όλη του τη ζωή, καθώς, από τη δεκαετία του 1960 και μετά, εγκαθίσταται με τη σύζυγό του στο σπίτι που κατασκεύασαν στην Καρδαμύλη. Το σπάνιας ομορφιάς σπίτι των Φέρμορ πέρασε, μετά τον θάνατο του Πάτρικ, στην κυριότητα του Μουσείου Μπενάκη. Το καλοκαίρι του 2017, το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος ενέκρινε δωρεά προς το Μουσείο Μπενάκη, ώστε το σπίτι να λειτουργήσει ως χώρος φιλοξενίας προσωπικοτήτων των γραμμάτων και των τεχνών.
Ο Τζον Κράξτον και η αγάπη του για την Ελλάδα
Ο νεότερος εκ των τριών δημιουργών, ο Τζον Κράξτον, ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την Ελλάδα το 1946. Μετά από προτροπή του Φέρμορ, εγκαθίσταται στον Πόρο, μαζί με τον φίλο του ζωγράφο Lucian Freud, όπου αρχίζει να δουλεύει πάνω σε θέματα του νησιώτικου τοπίου και της καθημερινής ζωής. Κατά τη διάρκεια του 1950, το πατρογονικό αρχοντικό του Γκίκα, στην Ύδρα θα μετατραπεί σε εστία δημιουργίας για τους τρεις άνδρες. Ο Λι Φέρμορ και ο Κράξτον φιλοξενούνται συχνά και εργάζονται στο αρχοντικό των Γκίκα, όπου κοιτάζουν «κάθε δειλινό τις σκιές ν’ αλλάζουν στους απέναντι λόφους ή το χρώμα των βράχων και τη θάλασσα στο φεγγαρόφωτο», γράφει ο Φέρμορ για τη διαμονή του στην Ύδρα, σε ένα από τα αποσπάσματα που παρουσιάζει η έκθεση.
Μετά από πυρκαγιά το 1961, το αρχοντικό του Γκίκα καταστράφηκε ολοσχερώς και ήταν ο Τζον Κράξτον εκείνος που ανέλαβε να επισκεφθεί το σπίτι και να καταγράψει το μέγεθος της καταστροφής. Ο Γκίκας, που βίωσε ως ανεπανόρθωτο το πλήγμα της καταστροφής του σπιτιού των παιδικών του αναμνήσεων -στο οποίο φιλοξένησε σπουδαίες προσωπικότητες, όπως ο Henry Miller, o Γιώργος Σεφέρης, ο Γιώργος Κατσίμπαλης- αρνήθηκε να το επισκευάσει [4]. Οκτώ χρόνια αργότερα, το ζεύγος Γκίκα δημιούργησε μια νέα εστία στην Κέρκυρα.
Την ιδιαίτερη αγάπη του Κράξτον, όμως, επρόκειτο να κερδίσει η Κρήτη, και συγκεκριμένα τα Χανιά. Εκεί, αγοράζει το 1963 το σπίτι του και ξεκινά να ζωγραφίζει θέματα της κρητικής φύσης και της αγροτικής ζωής. Μετά από μια τριετή απουσία από την Ελλάδα, λόγω της στρατιωτικής δικτατορίας, ο Κράξτον επιστρέφει στην Κρήτη για να ζήσει και να δημιουργήσει εκεί. To 2016, το Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνημείων, ανακήρυξε σε μνημείο το σπίτι του στα Χανιά.
Ταξίδι στα ίχνη των συγκεκριμένων διαδρομών
Η έκθεση ταξιδεύει τον θεατή στα ίχνη των συγκεκριμένων διαδρομών, αλλά και στις διαρκείς, ενθουσιώδεις ανταλλαγές ανάμεσα στις τρεις προσωπικότητες: οι συμβουλές του Φέρμορ προς τον Γκίκα για το κτίσιμο του αρχοντικού της Κέρκυρας, τα φιλοτεχνημένα από τον Κράξτον εξώφυλλα των βιβλίων του Φέρμορ, οι δημιουργίες του Γκίκα στην Καρδαμύλη και οι αφιερώσεις του στο βιβλίο επισκεπτών των Φέρμορ. Μέσα από αυτό το μωσαϊκό, αναδεικνύεται η αναφορά στο ελληνικό τοπίο και την ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων του, όχι ως στοιχεία ενός αποστασιοποιημένου θαυμασμού, αλλά ως συστατικά μιας διαρκούς πνευματικής αναζήτησης των συγκεκριμένων δημιουργών.
Η έκθεση συνοδεύεται από έκδοση με κείμενα των επιμελητών, Εβίτας Αράπογλου, Ian Collins, Michael Llewellyn-Smith, Iωάννας Μωραΐτη. Η έκδοση, εκτός από το σημαντικό φωτογραφικό και αρχειακό υλικό που παρουσιάζει, συμπυκνώνει και την πλούσια ερευνητική μελέτη των επιμελητών.
Η έκθεση «Γκίκας-Craxton-Leigh Fermor: Η γοητεία της ζωής στην Ελλάδα», στο Μουσείο Μπενάκη, θα διαρκέσει μέχρι και τις 10 Σεπτεμβρίου 2017.
Παραπομπές:
[1] Ι. Μωραΐτη, «Τα πρώτα χρόνια», στο Γκίκας-Craxton-Leigh Fermor: Η γοητεία της ζωής στην Ελλάδα, επιμ. Ε. Αράπογλου, Λευκωσία: Λεβέντειος Πινακοθήκη, 2017, σ. 32.
[2] Μ. Λαμπράκη-Πλάκα, «Τέχνη και ιδεολογία στη Νεότερη Ελλάδα», στον σύνδεσμο http://www.mfa.gr/switzerland/images/stories/bern/2015/%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B1.pdf, σ. 15.
[3] Π. Λη Φέρμορ, Μάνη, μτφ. Τζ. Τζαννετάκης, Αθήνα: Κέδρος, 1972, σ. 379.
[4] Ε. Αράπογλου, «Ύδρα: Πυργόσπιτα, βράχια και θάλασσα», στο Γκίκας-Craxton-Leigh Fermor: Η γοητεία της ζωής στην Ελλάδα, επιμ. Ε. Αράπογλου, ό.π., σ. 72-74.
ΚΥΠΕ









