Menu
Ηνωμένες Πολιτείες: Διαδηλώσεις παρά την απαγόρευση κυκλοφορίας

Ηνωμένες Πολιτείες: Διαδηλώσεις παρ…

•  1600 στρατιώτες στην Ο...

Κύπρος: Ανησυχία πολιτών για την αύξηση του εγκλήματος

Κύπρος: Ανησυχία πολιτών για την αύ…

• Τι καταγράφεται σε έρευ...

Στις 9 Ιουνίου η έναρξη γ’ φάσης χαλάρωσης περιοριστικών μέτρων - λήξη 24/6

Στις 9 Ιουνίου η έναρξη γ’ φάσης χα…

• Σημερινή απόφαση του Υπ...

8 λεπτά και 46 δευτερόλεπτα...

8 λεπτά και 46 δευτερόλεπτα...

Γράφει: Δημήτρης Κούλαλης...

Ανταλλαγή απόψεων στην Τεχνική Επιτροπή για Υγεία, για άνοιγμα οδοφραγμάτων

Ανταλλαγή απόψεων στην Τεχνική Επιτ…

• Ενημέρωση από τον συμπρ...

Ελλάδα: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξοπλίζει και ντύνει τις δυνάμεις καταστολής

Ελλάδα: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξοπλ…

• «"Αγορά της εικοσαετίας...

Τι πρέπει να γνωριζουμε για την παροχή ενδονοσοκομειακής φροντίδας υγείας στο ΓεΣΥ

Τι πρέπει να γνωριζουμε για την παρ…

• Απαντήσεις σε πιθανά ερ...

Κύπρος: Πέντε νέα επιβεβαιωμένα κρούσματα, από 1,504 διαγνώσεις

Κύπρος: Πέντε νέα επιβεβαιωμένα κρο…

• Δεν προκύπτει κάποια δρ...

Αντικαθιστούν τους δημοσιογράφους με άβουλα … ρομπότ!

Αντικαθιστούν τους δημοσιογράφους μ…

• Εφιαλτικά σενάρια από τ...

Μάικλ Τζόρνταν: "Θλίβομαι βαθιά, πονάω αληθινά κι είμαι απλά εξοργισμένος"...

Μάικλ Τζόρνταν: "Θλίβομαι βαθι…

• Γραπτή δήλωση του θρύλο...

Prev Next

Γερμανία: Ξεκίνησε η «κούρσα» για τη διαδοχή της Μέρκελ

Γερμανία: Ξεκίνησε η «κούρσα» για τη διαδοχή της Μέρκελ

• Αντιθέσεις για το μέλλον της ΕΕ και της Ευρωζώνης, σχέσεις με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα και η αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια πυροδοτούν διεργασίες

 

Η ανακοίνωση «σταδιακής αποχώρησης» της Άγκελα Μέρκελ, σε μια περίοδο που δοκιμάζεται πιο έντονα η «συνοχή» της ΕΕ και της Ευρωζώνης ενώ παράλληλα εντείνονται οι ενδοαστικές αντιθέσεις και το παζάρι για τους όρους συμμετοχής των κρατών - μελών, σηματοδοτεί και τις ανησυχίες του γερμανικού κεφαλαίου για την ενίσχυση της θέσης του στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Η Μέρκελ, μετά τις μεγάλες απώλειες της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) στις κρατιδιακές εκλογές σε Βαυαρία και Έσση, ανακοίνωσε τη Δευτέρα πως δεν θα θέσει υποψηφιότητα για επανεκλογή της στην ηγεσία του κόμματος στο συνέδριο το Δεκέμβρη, ωστόσο προτίθεται να παραμείνει καγκελάριος μέχρι το τέλος της θητείας της, το 2021. Στις επόμενες εκλογές δεν θα θέσει υποψηφιότητα για καγκελάριος ή βουλευτής, ενώ δήλωσε πως δεν ενδιαφέρεται ούτε για ευρωπαϊκά αξιώματα.

Στις Βρυξέλλες η ανακοίνωση της Μέρκελ αναμένεται να έχει συνέπειες, ιδιαίτερα σε μια περίοδο σκληρού παζαριού σε μια σειρά μέτωπα, όπως η διαχείριση της μετανάστευσης, η «μεταρρύθμιση» της Ευρωζώνης, το Brexit, ο επόμενος προϋπολογισμός της ΕΕ κ.ά. Καθοριστικό θεωρείται ποιος θα την διαδεχτεί και αν «θα αντιπροσωπεύει άλλες ευρωπαϊκές πολιτικές», σύμφωνα με Ευρωενωσιακούς αξιωματούχους. Η διαπάλη για το μέλλον και το χαρακτήρα ΕΕ - Ευρωζώνης, αλλά και για τη στάση απέναντι σε άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα), φαίνεται ότι θα αποτελέσει σημαντικό κριτήριο για την εκλογή νέου προέδρου της CDU.

«Είναι προφανής η τεράστια απώλεια επιρροής της Μέρκελ τα τελευταία χρόνια», σημειώνει άρθρο της «φιλοκυβερνητικής» εφημερίδας «Frankfurter Allgemeine Zeitung». «Η καγκελάριος δεν κατάφερε ποτέ να πλειοψηφήσουν στην ΕΕ οι ιδέες της για τη μεταναστευτική πολιτική», ενώ «άλλοι παράγοντες συνέβαλαν επίσης, όπως η απροθυμία ή ανικανότητά της να αντιδράσει στις προτάσεις Μακρόν για αναδιοργάνωση της Ευρωζώνης», επισημαίνεται.

Οι υποψήφιοι διάδοχοι

Από τους τρεις επικρατέστερους υποψηφίους για την προεδρία της CDU, η γενική γραμματέας του κόμματος, Ανεγκρετ Κραμπ - Καρενμπάουερ, θεωρείται «κοντά» στην Μέρκελ, ο υπουργός Υγείας, Γενς Σπαν, εμφανίζεται πιο «συντηρητικός» και επικριτικός απέναντι στην καγκελάριο, «σηκώνοντας» (προς το παρόν) τη μετανάστευση, ενώ αίσθηση προκάλεσε η υποψηφιότητα του Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος εκτοπίστηκε από την Μέρκελ το 2002 από τη θέση του προέδρου της κοινοβουλευτικής ομάδας της CDU. Από το 2009 εργαζόταν ως σύμβουλος σε επιχειρηματικούς κολοσσούς, είναι επικεφαλής του Εποπτικού Συμβουλίου του γερμανικού τμήματος της αμερικανικής εταιρείας επενδύσεων «Blackrock» και πρόεδρος της γερμανικής ΜΚΟ «Ατλαντική Γέφυρα», που ασχολείται με τις ευρωατλαντικές σχέσεις.

«Είμαι εκ πεποιθήσεως φιλοευρωπαϊστής και διατλαντιστής (...) Εκπροσωπώ μια ανοιχτή στον κόσμο Γερμανία (...) της οποίας οι σημαντικότεροι πολιτικοί σύμμαχοι είναι οι δημοκρατίες της Δύσης. Ναι, θα επαναλάβω αυτήν τη φράση με χαρά: Οι δημοκρατίες της Δύσης», δήλωσε ο Μερτς την περασμένη βδομάδα. Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις είναι «να διατηρήσουμε τη συνοχή της Ευρωζώνης», αλλά και η μετανάστευση, η παγκοσμιοποίηση, η κλιματική αλλαγή, η ψηφιοποίηση, πρόσθεσε. Πάντως, «ο Γάλλος Πρόεδρος έλαβε από τη Γερμανία πολύ λίγες απαντήσεις για τη μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης», επισήμανε, χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες.

Όλο και περισσότεροι φτωχοί εργαζόμενοι και συνταξιούχοι

Η εκλογική πτώση των κομμάτων που συγκυβερνούν εδώ και χρόνια στο «μεγάλο συνασπισμό» (CDU/CSU - SPD) φανερώνει και τη μεγάλη λαϊκή δυσαρέσκεια απέναντι στις πολιτικές που εφαρμόστηκαν και ενισχύουν το γερμανικό κεφάλαιο, η οποία όμως διοχετεύεται σε ανώδυνα για το σύστημα κανάλια, με ενίσχυση άλλων αστικών κομμάτων (κυρίως Πράσινοι και «Εναλλακτική για την Γερμανία»).

Παρά το γεγονός ότι το ποσοστό απασχόλησης στη Γερμανία είναι το υψηλότερο εδώ και πολλά χρόνια και η επίσημη ανεργία έχει μειωθεί σε επίπεδα ρεκόρ (5%), το 2017 σχεδόν 1 στους 5 στη Γερμανία απειλούνταν από φτώχεια, καθώς πολλοί εργαζόμενοι - συνταξιούχοι δεν πληρώνονται αρκετά για να κρατηθούν πάνω από το όριο της φτώχειας. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας, περίπου 15,5 εκ. άνθρωποι (19%) ζουν στα όρια της φτώχειας, με το 16,1% αυτών να απειλείται από τη φτώχεια λόγω του χαμηλού μηνιαίου εισοδήματος και όχι επειδή δεν έχει εισόδημα (μισθό, σύνταξη κ.λπ.). Πρόκειται για όλους εκείνους που αμείβονται με λιγότερο από το 60% του μέσου μισθού, δηλαδή χαμηλόμισθους, ημιαπασχολούμενους, «ευέλικτους», χαμηλοσυνταξιούχους και φυσικά ανέργους.

Ενδεικτική είναι η απόφαση της κυβέρνησης, την περασμένη βδομάδα, να αυξήσει το κατώτατο ωρομίσθιο από 8,84 ευρώ στα 9,19 ευρώ την ώρα μεικτά, στην αρχή του 2019, και στα 9,35 ευρώ από το 2020. Το κατώτατο ωρομίσθιο - καθιερώθηκε το 2015 - βρίσκεται πολύ κάτω από τον λεγόμενο μέσο μισθό στη Γερμανία και λίγο πάνω από το όριο της φτώχειας (950 ευρώ) για έναν εργαζόμενο πλήρους απασχόλησης, ο οποίος δεν τα βγάζει πέρα, δεδομένου του υψηλού κόστους ζωής. Η κατάσταση για τους εργαζόμενους μερικής απασχόλησης είναι πολύ χειρότερη, αφού το εισόδημά τους δεν φτάνει ούτε το όριο της φτώχειας. Επιπλέον, από το κατώτατο ωρομίσθιο εξαιρούνται μεγάλα τμήματα εργαζομένων, ενώ δεν εφαρμόζεται από όλες τις επιχειρήσεις: Πέρυσι τον Απρίλη μόλις 1,4 εκατ. εργαζόμενοι το έλαβαν, ενώ περίπου 800.000 αμείφθηκαν με ακόμη λιγότερα, ενώ πληρούσαν τις προϋποθέσεις.

Η θέσπιση κατώτατου ωρομίσθιου και όχι κατώτατου μισθού από τη γερμανική κυβέρνηση δεν είναι τυχαία επιλογή, αφού εξασφαλίζει μεγαλύτερη ευελιξία στους εργοδότες για να ελέγχουν το εργασιακό «κόστος». Στην καθιέρωσή του οι επιχειρηματικοί όμιλοι στη Γερμανία προσαρμόστηκαν με: Ελάχιστες ή καθόλου μισθολογικές αυξήσεις, μείωση του ωραρίου εργασίας και αύξηση των τιμών των προϊόντων τους.

Ριζοσπάστης

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

back to top