Menu
Συνάντηση Γιώργου Γεωργίου με Βλαντιμίρ Τζιζόφ

Συνάντηση Γιώργου Γεωργίου με Βλαντ…

• Την περασμένη βδομάδα σ...

Ελλάδα: Αντιλαϊκός «μπαξές» με μπαράζ διευκολύνσεων και προνομίων στους «επενδυτές»

Ελλάδα: Αντιλαϊκός «μπαξές» με μπαρ…

• Από το “Αναπτυξιακό” πο...

Σε απεργία οι 48.000 εργαζόμενοι της General Motors

Σε απεργία οι 48.000 εργαζόμενοι τη…

Το ισχυρό αμερικανικό συν...

Η στρατηγική και γεωπολιτική μειονότητα στην Κύπρο

Η στρατηγική και γεωπολιτική μειονό…

Γράφει: Ανδρέας Θεοφάνους...

Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ενγκελς - Αλληλογραφία για το Κεφάλαιο, τόμος Α'

Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ενγκελς - Αλληλ…

• Μετάφραση και έκδοση, γ...

Β. Ραφαηλίδης: «Κύριε, θέλεις να γίνεις πλούσιος; Σκότωσε, ρήμαξε, κλέψε, εξαπάτησε…»

Β. Ραφαηλίδης: «Κύριε, θέλεις να γί…

• Ο καπιταλισμός έκανε κα...

Ισραήλ: Ενδοαστικές αναμετρήσεις και ένταση της βάρβαρης κατοχής

Ισραήλ: Ενδοαστικές αναμετρήσεις κα…

• Στις 17 Σεπτέμβρη (την ...

Έρευνα για σχέσεις του Γκουαϊδό με συμμορία Κολομβιανών διακινητών ναρκωτικών

Έρευνα για σχέσεις του Γκουαϊδό με …

• Ανακοινώθηκε από τον Γε...

Δημογραφικά: Βόμβα στα θεμέλια κρατών και κοινωνιών

Δημογραφικά: Βόμβα στα θεμέλια κρατ…

Γράφει: Χαράλαμπος Μερακλ...

Τσεχία: Νέο κρούσμα αντικομμουνισμού

Τσεχία: Νέο κρούσμα αντικομμουνισμο…

• Θέλουν να απομακρύνουν ...

Prev Next

ΚΑΝΝΕΣ 2019: Στα γρανάζια ενός απάνθρωπου, καταστροφικού συστήματος...

ΚΑΝΝΕΣ 2019: Στα γρανάζια ενός απάνθρωπου, καταστροφικού συστήματος...

• Ανάμεσα στις εξαιρετικές ταινίες του φετινού προγράμματος και η ρωσική «Ένα μεγάλο κορίτσι» («Beanpole»)

 

Γράφει: Νίνος Φένεκ Μικελίδης*

Με κάθε ταινία του ο Βρετανός (βραβευμένος δυο φορές με τον Χρυσό Φοίνικα) σκηνοθέτης Κεν Λόουτς γίνεται και πιο αγωνιστικός, χωρίς όμως ποτέ να χάσει την ανθρωπιά και τη δύναμη εκείνη που κάνουν τις ταινίες του να μιλάνε άμεσα, και να συγκινούν, με τα θέματα και τα προβλήματα (κοινωνικά και πολιτικά) που (μαζί με τον τακτικό και εκλεκτό συνεργάτη του στο σενάριο, Τομ Λάβερτι) θέτει μ’ αυτές.

Το ίδιο αισθάνεσαι και με τη νέα του ταινία, «Sorry We Missed You», που είδαμε -χθες Παρασκευή- στο διαγωνιστικό τμήμα του 72ου κινηματογραφικού φεστιβάλ των Καννών. Μια ταινία, συγγενική με τη βραβευμένη το 2016 με το Χρυσό Φοίνικα του φεστιβάλ ταινία του, «Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ», μια ταινία με πρόσωπα, καταστάσεις και πλοκή, δοσμένα με ξεχωριστή δύναμη, σιγουριά και μιαν αυθεντικότητα τόσο στην καταγραφή των χαρακτήρων και των προβλημάτων τους, όσο και στον τρόπο με τον οποίο η ομάδα των ηθοποιών του τα κάνει αυθεντικά στην κάθε τους λεπτομέρεια.

Αυτό που ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα τον Λόουτς είναι να δώσει μια εικόνα της καταστροφής της οικογένειας αλλά και του ίδιου του ατόμου που οφείλεται στον αδίστακτο ανταγωνισμό της ελεύθερης αγοράς που όσο περνάει ο καιρός γίνεται και χειρότερη, οδηγώντας στη φτώχεια, στην έλλειψη εργασίας και οποιασδήποτε ασφάλειας, που μαζί με τα άλλα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας έχουν χτυπήσει όχι μόνο τη Βρετανία αλλά, ακόμη περισσότερο την Ελλάδα και τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου.

"Δυστυχώς δεν βλέπω καμιά αλλαγή στο εγγύς μέλλον"

«Ξέρω πως η Ελλάδα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα, έχει πληρώσει για όλη αυτή την κατάσταση που έχει αποξενώσει το άτομο και την οικογένεια», απάντησε ο Λόουτς σε ερώτησή μου, πώς βλέπει την κατάσταση αυτή να αναπτύσσεται στο μέλλον και αν πιστεύει πως σύντομα τα πράγματα θ’ αλλάξουν. «Δυστυχώς δεν βλέπω καμιά αλλαγή στο εγγύς μέλλον», τόνισε, «αν και κάποια στιγμή σίγουρα τα πράγματα θ’ αλλάξουν. Το κεφάλαιο και τα ακροδεξιά κόμματα χρησιμοποιούν τη μετανάστευση, την ίδια τη φτώχεια, τα fake news, για να πείσουν τον κόσμο πως άλλοι είναι υπεύθυνοι για την ανεργία και όλα τα κακά που τους συμβαίνουν.

Εκείνο που χρειάζεται είναι μια δομική αλλαγή και είναι ευχάριστο πως αυτή τη στιγμή στην Αγγλία το αριστερό κόμμα (σ.σ.: των Εργατικών) έχει αποκτήσει έναν πολύ καλό αρχηγό τον Τζέρεμι Κόρμπιν, και είμαι σίγουρος πως μαζί του θα μπορέσουμε να επιφέρουμε τις αλλαγές που χρειάζονται: μια σωστά εξασφαλισμένη ανθρώπινη εργασία, τη σωστή κατανομή του πλούτου, τη λήψη μέτρων για την κλιματική αλλαγή, αλλιώτικα δεν κινδυνεύουν μόνο η οικογένειες με διάλυση αλλά και ο πλανήτης μας».            

 

Το «Sorry We Missed You»

Στο «Sorry We Missed You» («Λυπούμαστε που δεν σας προλάβαμε», τίτλος που αναφέρεται στο σημείωμα που αφήνει ο πρωταγωνιστής, διανομέας πακέτων, όταν δεν βρει τα πρόσωπα στα οποία στέλνονται τα πακέτα), ο Λόουτς μας οδηγεί, για μια ακόμη φορά, στο Νιούκασλ, την αγγλική πόλη του Ντάνιελ Μπλέικ, του ήρωα της προηγούμενης ταινίας του, μια πόλη είδος μικρόκοσμου της ίδιας της Βρετανίας, για να μας γνωρίσει με μια συνηθισμένη οικογένεια, αυτή των Τέρνερ. Μια οικογένεια, με τους γονείς, τον Κρις και την Ντέμπι, με τα δυο παιδιά τους, τον 15χρονο Σεμπ και την 11χρονη Λίζα, που ξεκίνησε τη ζωή της με ελπίδες και όνειρα, αγόρασε με δόσεις το πρώτο της σπίτι, που, με την καταστροφική οικονομική πορεία της χώρας και τον Κρις χωρίς συγκεκριμένη δουλειά, τους το πήρε η τράπεζα, μαζί με την προκαταβολή τους.

Με αποτέλεσμα, ο Κρις, που ενδιάμεσα έκανε διάφορες προσωρινές δουλειές, να αναγκαστεί να δεχτεί εργασία σε μια εταιρεία γρήγορων μεταφορών πακέτων, που, στην πραγματικότητα, όπως θα ανακαλύψει στην πορεία, δεν του εξασφαλίζει καμιά σιγουριά ή ασφάλεια για το μέλλον του, μιας και ο ίδιος θεωρείται αυτοαπασχολούμενος (franchisee, όπως τον αποκαλούν).

Ο ίδιος είναι υποχρεωμένος να αγοράσει το βανάκι για τις παραδόσεις, δίνοντας προκαταβολή 1000 λίρες (που αποκτά έχοντας πουλήσει το αυτοκίνητο της γυναίκας του, με το οποίο η Ντέμπι κάνει τις δικές της δουλειές), να ακολουθεί ένα σκληρό πρόγραμμα ταχείας παράδοσης, με πρόστιμα όταν δεν το πετυχαίνει και σε περίπτωση που μια μέρα δεν μπορεί να πάει στη δουλειά του είναι αναγκασμένος να βρει αντικαταστάτη, πληρώνοντάς τον 100 λίρες για την κάθε μέρα.

Τόσο η εξαντλητική, σκληρή δουλειά του Κρίς όσο και εκείνη της Ντέμπι (ένα είδος νοσοκόμας που φροντίζει ηλικιωμένα ή και ανάπηρα πρόσωπα στα σπίτια τους) δεν αφήνουν περιθώριο για μια οικογενειακή ζωή, έτσι που κάποια στιγμή τα πράγματα αρχίζουν να χειροτερεύουν και οι οικογενειακές σχέσεις να βρίσκονται στα πρόθυρα της διάλυσης.

Το γύρισμα σύμφωνα με τη χρονολογική ακολουθία των ταινιών του (κάτι που οι πιο πολλοί σκηνοθέτες αποφεύγουν) βοηθά τον Λόουτς να δημιουργήσει τη σωστή ατμόσφαιρα και να δώσει στους ηθοποιούς του την άνεση να αναπτύξουν όσο καλύτερα και πιο πειστικά τις ψυχολογικές διακυμάνσεις του ρόλου τους. Αυτό που πετυχαίνει ακόμη ο σκηνοθέτης είναι, εκτός από την καταγραφή της καταστροφικής πορείας της οικογένειας, να στήσει ενδιάμεσα και κάποιες διαφορετικές, πιο ρόδινες, δοσμένες με ανθρωπιά και στοργή για τα πρόσωπα, σκηνές όπως αυτή όπου, μετά από τις διάφορες συγκρούσεις (ιδιαίτερα πατέρα και γιου), να δούμε όλα τα μέλη της οικογένειας να τρώνε και να κάνουν αστεία όλοι μαζί ή σε μιαν άλλη, το γιο να ζητά να βοηθήσει τον τραυματισμένο πατέρα του, δείχνοντας, με το δικό του τρόπο, τη μεταμέλειά του.

Στη δημιουργία της ατμόσφαιραι συμβάλλει και η φωτογραφία του Ρόμπι Ράιαν, ιδιαίτερα στην καταγραφή των χώρων όπου κινούνται ο Κρις και η οικογένειά του, τα θλιβερά, πνιγμένα στο τσιμέντο εργατικά διαμερίσματα, τους άδειους, εγκαταλειμμένους χώρους και γενικά την όψη μιας πόλης που ενώ έχει τόσα να προσφέρει, μετατρέπει τη ζωή, εξαιτίας της κατάστασης, σε αληθινή κόλαση.

Ανάμεσα στις εξαιρετικές ταινίες και η ρωσική «Ένα μεγάλο κορίτσι»

Στις εξαιρετικές ταινίες του φετινού προγράμματος και η ρωσική «Ένα μεγάλο κορίτσι» («Beanpole»), δεύτερη ταινία του 27χρονου σκηνοθέτη Καντεμίρ Μπαλάγκοβ, που είδαμε στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα». Ηρωίδες δυο νεαρές γυναίκες, που ζουν σ’ ένα κατεστραμμένο Λένινγκραντ (τη σημερινή Αγία Πετρούπολη), το 1945, λίγο μετά τη λήξη του β’ παγκόσμιου πολέμου. Στόχος του Μπαλάγκοβ είναι να δείξει τα καταστροφικά αποτελέσματα στις δυο γυναίκες που έζησαν την πολιορκία της πόλης - με άλλα λόγια τα τραύματα ενός πολέμου που, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη εξακολουθούν να έχουν τον αντίκτυπό τους και στη σημερινή Αγία Πετρούπολη.

Η ταινία αρχίζει με τη μια γυναίκα, την ξανθή Ίγια, το «μεγάλο κορίτσι» του τίτλου, μια πανύψηλη γυναίκα, και που εργάζεται σε νοσοκομείο, να παγώνει ξαφνικά, τραύμα του πολέμου που κάθε τόσο την αφήνει ακίνητη να τρέμει. Η Ίγια εκτός από τους ασθενείς φροντίζει κι ένα μικρό αγοράκι, που η πραγματική του μητέρα είναι η στενή φίλη της Μάσια. Η αρρώστια της Ίγια θα οδηγήσει πολύ γρήγορα στο θάνατο του παιδιού, ενώ η Μάσια, που, όπως μαθαίνουμε, δεν μπορεί πια να κυοφορήσει, προσπαθεί να πείσει την Ίγια να γεννήσει γι’ αυτήν ένα άλλο παιδί.

Για τον Μπαλάγκοβ το Λένινγκραντ περιορίζεται στον ψυχικό κόσμο των δυο γυναικών και στους λιγοστούς κλειστούς χώρους όπου κινούνται (τα μίζερα δωμάτια που μοιράζονται σε άθλιες πολυκατοικίες με άλλους ένοικους και το νοσοκομείο όπου αυτές εργάζονται.

Πρώην μαθητής του Αλεξάντερ Σοκούροβ, ο Μπαλάγκοβ δείχνει να έχει επηρεαστεί από το στιλ του μεγάλου αυτού «μετρ», καταφέρνοντας πάντως να δώσει τη δική του σφραγίδα στην ταινία του. Με μεγάλης διάρκειας πλάνα, και μια κάμερα που επιμένει στα πρόσωπα και τις λεπτομέρειές τους, ο σκηνοθέτης καταγράφει τη ψυχολογική κατάσταση που περνάνε τα πρόσωπά του (είτε αυτή είναι η ηρωίδα του, είτε η Μάσια, είτε οι ασθενείς στον θάλαμο όπου κινούνται και βοηθάνε οι δυο γυναίκες).

Δεν είναι όμως μόνο η κάμερα και η εξαιρετική σύνθεση των πλάνων που κάνουν την ταινία του συναρπαστική, μαζί και οδυνηρή εξαιτίας των καταστάσεων που καταγράφει. Σ’ αυτή σημαντικό ρόλο παίζουν και οι ήχοι, παράδειγμα αυτοί που ακούγονται όταν η Ίγια «παγώνει» (βαριές, αγχώδεις αναπνοές, αλλόκοτοι ήχοι που μοιάζουν να βγαίνουν από πολύ βαθιά μέσα της), που εκφράζουν την αγωνία και την απόγνωσή της, μαζί με σκηνές ωμές, που εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο τη φρίκη και τα δεινά του πολέμου. Με τις δυο πρωταγωνίστριές του, τη Βικτόρια Μιροσνιτσένκο (Ίγια) και την Βασίλισα Περελιγκίνα (Μάσια), να δίνουν εκπληκτικές ερμηνείες. Αποτέλεσμα: μαζί με την ταινία του Λόουτς να είναι μια από τις καλύτερες ταινίες του φετινού φεστιβάλ.

* ΚΥΠΕ

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

back to top